κριάρι

κριάρι
το баран

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "κριάρι" в других словарях:

  • κριάρι — Βλ. λ. κριός ή κριάρι. * * * το (Μ κριάριον και κριάριν και κριάρι) το αρσενικό πρόβατο και ιδίως ο επιβήτορας που έχει δυνατά συνεστραμμένα κέρατα νεοελλ. παροιμ. «τού φτωχού τ αρνί κριάρι δεν γίνεται» ο φτωχός δεν προκόβει ή δεν μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • κριάρι — το το αρσενικό πρόβατο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κριός ή κριάρι — Αρσενικό πρόβατο. Είναι ζώο αναπαραγωγής, το οποίο επιλέγεται από τα καλύτερα της φυλής, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, τα οποία ευνουχίζονται και εκτρέφονται για μαλλί και κρέας. Η γεννητική ωρίμανση των κ. ξεκινάει τον 4o με 5o μήνα ή ακόμα… …   Dictionary of Greek

  • κριαρώνομαι — [κριάρι] 1. (για κριάρι) συμπλέκω τα κερατά μου με τα κέρατα άλλου κριαριού 2. (για πρόσ.) πολεμώ λυσσαλέα, αγωνίζομαι με μανία …   Dictionary of Greek

  • αρνειός — ἀρνειός και ἀρνηός, ο (Α) 1. το κριάρι 2. ως επίθ. «ὄιν ἀρνειόν» αρσενικό πρόβατο 3. ο αστερισμός του Κριού. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρνειός < *αρσνειός (πρβλ. πτέρνα, γοτθ. fairzna) < *αρσνηFός (πρβλ. άρσην). Η σύνδεση με τον τ. Fαρήν είναι… …   Dictionary of Greek

  • θυέστης — Μυθολογικό πρόσωπο. Αναφέρεται ότι ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, αδελφός του Ατρέα, από τον οποίο κληρονόμησε το βασιλικό σκήπτρο των Μυκηνών και το κληροδότησε στον Αγαμέμνονα. Ο Ατρέας και ο Θ. σκότωσαν, με τη συνενοχή της μητέρας… …   Dictionary of Greek

  • κριαρήσιος — α, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε κριάρι ή προέρχεται από κριάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κριάρι + κατάλ. ήσιος (πρβλ. κατσικ ήσιος, μοσχαρ ήσιος)] …   Dictionary of Greek

  • Τυνησία — I Τυνησία Κράτος της βόρειας Αφρικής. Βρέχεται στα βόρεια και στα ανατολικά από τη Mεσόγειο, και συνορεύει στα δυτικά με την Aλγερία και στα νότια με τη Λιβύη.Tο έδαφος της Tυνησίας περιλαμβάνει το τμήμα εκείνο της Σαχάρας που εκτείνεται στα… …   Dictionary of Greek

  • αρνούμαι — και νιέμαι (AM ἀρνοῡμαι, έομαι) 1. δεν παραδέχομαι κάτι σαν αληθινό 2. δεν αποδέχομαι κάτι που μου προσφέρεται 3. (αμτβ.) δεν συγκατατίθεμαι, δεν συμφωνώ 4. διακόπτω σχέσεις, αποκηρύσσω 5. αποκρούω, απορρίπτω 6. περιφρονώ, εγκαταλείπω. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • κάπρος — ὁ (AM κάπρος) ο αγριόχοιρος, το αγριογούρουνο («ερυμάνθειος κάπρος») αρχ. είδος ψαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται σε IE *kapro «τράγος, κριάρι» και συνδέεται ετυμολογικώς με λατ. caper, ουμβρικό cabru, αρχ. νορβ. hafr, που έχουν όλα τη σημ. «τράγος …   Dictionary of Greek

  • κρίαρος — κρίαρος, ὁ (Μ) μεγάλο κριάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κριάρι + μεγεθ. κατάλ. ος (πρβλ. κάνθαρ ος, κύδαρ ος)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»